Ein Text von Ioanna Kryona // Ένα κείμενο από την Ιωάννα Κρυωνά

Stundenlang liefen wir rum.
Noch eine Nacht, Samstagabend, in dem Versuch mehr Gesichter kennenzulernen. So vergisst du dein eigenes,dein Leben, deine Nerven, deine Unsicherheit. So liefen wir, vier oder fuenf Leute. Ich kann mich nicht erinnern, wie viele es am Anfang waren und wie viele uebrig blieben. Jedenfalls war jemand bei mir, weil ich mit ihm die ganze Zeit redete und er mir zuhoerte. Er lachte ab und zu und kommentierte mich gedankenlos. 
Jemand anders lief hinter mir. Ich erinnere mich, weil er mir zwei oder dreimal auf die Fuesse trat. -Sorry, Mann.
Wir traffen viele an diesem Samstag, bekannte wie auch unbekannte.Wir tranken ein wenig, so wie jeden Samstag. Je mehr es in die Nacht tauchte, desto mehr hoerte ich mein Herz rasen, bis der Schlag ueberwaeltigend war, staerker als das Lachen und die Woerter meiner Freunden. Das war nicht der Alkool, meine Sinne waren anwesend und aktiv. Ich sprach und lauschte, hoerte und antwortete, mit dem permanenten Summen meines Herzschlags, meines Rythmus, wie jemand aus der Runde, der auch zuhoerte und antwortete.
Der eine sagte: -Montag Klausur, oder?
                       -Hast du schon gelernt?
Und ich: Hallo! Samstagabend! Aufhoeren…
Schon wieder nervoes. Die panelladischen Pruefungen. Jahrelang quaelen sie dich. Und Samstags wieder draussen; muede und leer.
Sonntag Morgen. Ein Kaffee und die Tasche fuer den Privatunterricht.
Aber es ist ja noch Samstagabend.
Die Nacht verging, die Zeit lief und wussten immernoch nicht wohin. Breite Strassen,Autos, Ampeln, eine Gasse, noch mehr Strassen. Ab und zu ein Halt fuer Zigaretten. Und schon war s langweilig.Noch ein Samstag wie alle anderen. Wiederholung in Bio, Wiederholung in Altgriechisch, Wiederholung im Ausgehen. Und wenn nicht ausgehen, was dann? Nur ein Tag in der Woche, lass uns alles vergessen!
Wir bogen ab. Ein Streifenwagen fuhr vorbei und ich rief etwas zum Spass. Auf einmal wurde mein Puls staerker.So stark,dass ich nichts mehr hoerte und lachte lauter um ihn nicht zu hoeren.
Dann sahen wir sie vor uns stehen.
Und bevor ich einen Gedanken vollendete, kam ein Geraeusch.
Ein Laut so ploetzlich, so anders von meinem lebendigen Rythmus, das sich verbreitete
um mich herum
unglaublich laut und feucht
am Anfang rot
doch dannach weiss
und letzlich 

Stille.

[Übersetzung: Charalampos Karpouchtsis]

=====================================

Περπατούσαμε ώρα. Μια απ αυτές τις νύχτες του Σαββάτου που περιπλανιέσαι από μπαρ σε μπαρ, να προλάβεις να δεις όσες περισσότερες φάτσες γίνεται. Έτσι ξεχνάς τη δική σου, ξεχνάς για λίγο τη ζωή σου, τα νεύρα, τις αγωνίες σου. Περπατούσαμε, λοιπόν, όλη η παρέα, θα μασταν πέντε η τέσσερις η τρεις. Δε θυμάμαι ακριβώς πόσοι ήμασταν στην αρχή και πόσοι μείναμε στο τέλος. Πάντως σίγουρα κάποιος ήταν μαζί μου γιατί σε κάποιον μιλούσα συνέχεια κι αυτός μ άκουγε. Γελούσε που και που, σχολίαζε κιόλας αφηρημένα. Κάποιος άλλος περπατούσε πίσω μου. Τον θυμάμαι γιατί μου πάτησε δυο τρεις φόρες το πόδι. – Σορρυ, φιλε.

Είδαμε πολλούς εκείνο το Σάββατο, γνωστούς κι αγνώστους, ήπιαμε και λίγο ,όπως κάθε Σάββατο. Όσο κυλούσε η βραδιά, τόσο ένιωθα το σφυγμό μου να επιταχύνεται μέχρι που έφτασα να ακούω την καρδιά μου πιο δυνατά απ’ τα γέλια και τις κουβέντες της παρέας. Δεν ήταν απ’ το αλκοόλ, οι αισθήσεις μου ήταν όλες παρούσες και σε εγρήγορση. Μιλούσα κι άκουγα. Απαντούσα, ξανάλεγα, με το ρυθμό του σφυγμού μου εκεί, σα μια ζωντανή παρουσία, σαν κάποιος απ την παρέα που μιλαγε όπως κι οι άλλοι.

Ο ένας είπε: Δευτέρα γράφουμε, ε;

Kι ο άλλος: Nαι. Έκανες τίποτα;

Kι εγώ: Αλλάξτε θέμα, Σαββατιάτικα!

Πάλι αγχώθηκα.. Αυτές οι Πανελλήνιες. Χρόνια γυρίζουν μες στο κεφάλι σου, η σκέψη τους και μόνο ρουφαει σα βδέλλα όλη σου την ενέργεια. Και βγαίνεις έξω το Σάββατο εξαντλημένος, άδειος. Γυρνάς εδώ κι εκεί για κανα δίωρο και μετά πίσω πάλι.

Η Κυριακή ξημερώνει, δυο γουλιές καφέ και δρόμο για το φροντιστήριο.

Στο Σάββατο εκείνο όμως είχαμε μείνει.

Η βραδιά κυλούσε, η ώρα περνούσε κι ακομη δεν είχαμε βρει μέρος που να μας κάνει. Δρόμος φαρδύς, αυτοκίνητα, φανάρι, στενό, πάλι δρόμος. Πού και πού καμία στάση για τσιγάρα.

Άρχισα να βαριέμαι. Κι αυτό το Σάββατο ίδιο με το προηγούμενο. Επανάληψη στη βιολογία, επανάληψη στ αρχαία, επανάληψη στη βόλτα. Κι αν όχι βόλτα, τι; Μια μέρα μας μένει για να ξεχαστούμε λίγο.

Στρίψαμε.

Ένα περιπολικό μας πέρασε απ’ τ’ αριστερά και κάτι του φώναξα για να γελάσουμε.

Ο σφυγμός μου δυνάμωσε απ την ένταση. Δυνάμωσε τόσο που πια άκουγα μόνο αυτόν. Γελούσα για να μην ακούω.

Μετά τους είδαμε μπροστά μας.

Δεν πρόλαβα να σκεφτώ και πολλά.

Ένας άλλος ήχος

Ξαφνικός

Δυνατότερος από την ρυθμική απόδειξη της ζωτικότητας μου

Άπλωσε γύρω μου

Μια εκκωφαντική

Υγρή

Κόκκινη

Μετά λευκή

Και απόλυτα διαπεραστική

 

Σιωπή.

Advertisements

~ by sibg08 on 13/12/2008.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

 
%d bloggers like this: