Το τέλος της μεγάλης αφήγησης

(ή μερικές σκέψεις για το θάνατο του ομοιώματος του θεού) 

του Μπάμπη Μπαλτά 

                                                                       στον Αλέξη ( †2008 ) 

«Αυτός ο κόσμος», αυτός ο φαινομενολογικός, θεολογικός, αισθητικός και ρητορικός κόσμος, ανοιχτός σε ερωτήματα και διανοίξεις του νου, αφήνει στις αναστοχαστικές κρίσεις μετέωρο το αν τον αγαπάμε ή αν αδιαφορούμε γι’ αυτόν. «Αυτός ο κόσμος» δεν είναι μια απλή συνθήκη παραγωγής νοήματος αλλά η αναγκαία συνθήκη για να ξεπεράσουμε την διάσταση ατομισμού και ολισμού, αναγκαία συνθήκη για εκφορά επιστημολογικής κρίσης. Με φωτιά γεμάτους τους δρόμους αυτός ο κόσμος μας κάνει ακόμη πιο πολύ ανθρώπους του σπηλαίου του Πλάτωνα: πολλές παρομοιώσεις, πολλές μεταφορές, πολλές εικασίες προκειμένου να μιλήσουμε – και αβεβαιότητα για την κρίση μας. Στο φως της ημέρας των ειδήσεων οι σβησμένες φωτιές παραμένουν σαν τα αναμμένα κεριά μέρος της μεταφυσικής μας καθώς αυτό το τριήμερο του πένθους, του σωτήριου έτους 2008, μ’ ένα θάνατο να τον πλησιάζουμε τόσο κοντά, με τόσους θανάτους (των αντικειμένων) γύρω μας, επιβεβαιώνεται η συνθήκη της σκέψης του αιώνα μας:καταγόμαστε από τον θάνατο και αν μισούμε την καταγωγή μας είναι γιατί έχουμε ανάμνηση μιας ουτοπίας της παιδικής ηλικίας μακριά και πέρα απ’ αυτόν που μπορεί να γίνει συνθήκη του μελλοντικού στοχασμού για ένα σοσιαλισμό που θα μας χαρίζει ένα τρόπο, όχι να ζούμε, αλλά να πεθαίνουμε.

      Σκέψη και πολιτικές, να το πρόβλημα. Η καταστροφή αυτών των ημερών δείχνει το πέρασμα από τον παλιό κόσμο στον καινούριο μα φαίνεται πως μάτια δεν έχουμε να (το)τον δούμε. Η πολιτική της καταστροφής, πολιτική που απαντά στην πολιτική της βίας αντιδικεί με την συλλογική οργάνωση των αγώνων κι μοιάζει να μην υπάρχει γέφυρα  που να ενώνει και να κάνει επικοινωνήσιμη την αριστερά με την αναρχία. Κι όμως ήταν μια καλή στιγμή να ασκήσουμε όλοι μας την αποβλεπτικότητά μας πάνω στο θάνατο των αντικειμένων και να αναφωνήσουμε :πάει ο παλιός ο κόσμος! Τα μυαλά μας είναι μια κατάσταση του νου όπου η ψύχωση δεν αναγνωρίζει όρια και το περιβάλλον μας μετατρέπεται σε διανοητική συνθήκη. Βγαίνουμε από τις εικόνες για να προσχωρήσουμε σ’ ένα κόσμο αφής, χειρονομίας, πράξης και αισθητικής. Η διάδραση με τα πεθαμένα αντικείμενα – κεφάλαιο, εμπορεύματα, μηχανές, κράτος, αντικείμενα – συγκροτεί τις πτυχώσεις της υποκειμενικοποίησης και σπρώχνει την υποκειμενικότητα στην αναμέτρηση της με τον θάνατο. Αυτή η φαινομενολογία του κόσμου ενάντια στην καθημερινότητα, τη χειραγώγηση των σημαινόμενων και τον φετιχισμό της αποστασιοποίησης μέσω της λατρείας του αναβαλλόμενου προς μέθεξη κόσμου μας συγκροτεί και μας υπερβαίνει – όσο η σκόνη να καθίσει και μια νέα επιτελεστικότητα να διαδεχτεί το πρωτόκολλο του προγραμματισμένου, γραμμικού και ορθολογικού χρόνου. Η θεωρία των συλλογικών δράσεων, των οργανωμένων μορφών πολιτικής, του κόμματος και της μεθόδου που συσχετίζει τα μέσα με τους σκοπούς, η θεωρία με άλλα λόγια της αριστεράς, δεν μπορεί πάει παραπέρα τον κόσμο παρά ένα βήμα πριν την καταστροφή του, χωρίς να αναλαμβάνει το τέλος του, γιατί την τελευταία στιγμή η φαινομενολογία μετατρέπεται σε υπαρξισμό και αναρωτιέται τα πάντα – μεταξύ αυτών και η αναστοχαστικότητα για την δημοκρατία. Φαίνεται (χωρίς να είναι και πολιτικά λογικό) πως η αριστερά μας δεν ξέρει να κάνει τον θάνατο παρά μόνο ένα συμβάν. Ακόμη και η πτώση της κυβέρνησης γίνεται κατηγορική προσταγή ή ένας ακόμη νεοκαντιανισμός του τύπου «αυτή η κυβέρνηση πρέπει να πέσει».

      Η πολιτική δεν είναι τίποτα άλλο για την αριστερά παρά μόνο φυσικές επιστήμες με πρακτικό λόγο. Κι αυτό είναι ένα επιστημολογικό πρόβλημα γιατί δεν έχει να πάει τον κόσμο παραπέρα, τουλάχιστο μέχρι την περιγραφή του με όρους όχι θετικιστικούς, αλλά συμμετοχικής παρατήρησης. Αν η αναρχία παράγεται από χαοτικά και δικτυακά μοντέλα χωρίς πρόθεση, νοήματα, σχέσεις αιτίου και αιτιατού, η αριστερά παράγεται από χιλιοειπωμένες κατασκευές που απομακρύνονται κάθε μέρα από την δυνατότητα για ενεργή ανάμειξη των ανθρώπων της. Το βλέπουμε αυτό το τριήμερο για τον Αλέξη, την πολιτική δολοφονία που γίνεται αιτία πτώσης αυτής της κυβέρνησης: η αριστερά του ΚΚΕ μας λέει πως όλες οι καταστροφές είναι προς όφελος της κυβέρνησης, το σύστημα (ΚΚΕ – ΝΔ) πως ο ΣΥΡΙΖΑ καλύπτει τον αντιεξουσιαστικό χώρο, το ΠΑΣΟΚ το πόσο σημαντικές είναι οι ατομικές ιδιοκτησίες και ο ΣΥΡΙΖΑ πως όλα γίνονται χωρίς αυτόν – γιατί αν τον άκουγαν θα είχαν βρει την λύση τους αυτά τα προβλήματα. Το πιο προβληματικό με βάση το τι δήλωσε είναι το ΚΚΕ – έρμο ΚΚΕ τι σου μέλει να πάθεις! Κοντύτερα στην πολιτικοποίηση των αγώνων που λαβαίνουν χώρα στην περίοδο μετά την δολοφονία του έφηβου Αλέξανδρου είναι ο ΣΥΡΙΖΑ καθώς η μίνι πλατφόρμα που κατέθεσε για την διέξοδο από τη κρίση ήταν και η μοναδική, δεδομένης της απουσίας υπερπολιτικοποίησης των αγώνων από την Εξωκοινοβουλευτική Αριστερά. Ωστόσο το σχέδιο της μεγάλης αφήγησης είναι ακόμη εκκρεμές – όσο κι αν είναι ορατό πως ανεξάρτητα το πόσο δημοκρατικός θα είναι ο δρόμος για τον σοσιαλισμό τέτοιες καταστάσεις θα είναι αναπόφευκτες.

      Το κράτος πιέζεται να λειτουργήσει. Διαφορετικά εδώ και τώρα κήρυξη του κράτους σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Μετά τη δολοφονία όλα πρέπει να λειτουργήσουν και κανονικότητα σημαίνει αυτοκίνητα στους δρόμους, κατανάλωση, ευρώ για ανταλλαγή, shopping and fucking. Τρελαμένη Πιπιλή vs Κανέλλη! Να μια άλλη φαινομενολογία των αισθήσεων αυτού εδώ του κόσμου! Και όλοι να ξέρουν από πολιτική επιστήμη και να μιλούν για κοινωνικό συμβόλαιο, δικαιώματα ατομικής ιδιοκτησίας, Hobbes, Locke και το κακό συναπάντημα! Άγια βία του θεού, της Παλιάς διαθήκης και της θείας εκδίκησης! Πέθανε ο Θεός σημαίνει πέθανε ο άνθρωπος και γι’ αυτή τη νεωτερικότητα που ζούμε όλο το κακό του αιώνα είναι ο διαφωτισμός που μας έγινε Άουσβιτς! Τόσοι θάνατοι σημαίνει ένας αιώνας θανάτου! Πολιτικού θανάτου μιας βιοπολιτικής που βλέπει τις σάρκες έτοιμες να χάσουν την αγιότητά τους και να γίνουν βορά της αστικής τάξης (και των μικροαστών) αυτού του παλιού κόσμου που ξέρει από ιεραρχίες και εντολές! Ο νεοκαντιανισμός σ’ όλου του το μεγαλείο!

      Και να φανταστεί κανείς πως ο δολοφόνος κατηγορείται  για απειθαρχία γιατί δεν υπάκουσε στον προϊστάμενό του, έτσι ώστε να αποφύγει το ραντεβού του με τον θάνατο (και την ιστορία). Και ω, τι έκπληξη! Ένας Αλέξης εναντίον ενός Αλέξη, δικηγόρου αυτή τη φορά. Ουστ! Ρε, να μην ξεχάσουμε τα λόγια της Κατερίνας Γώγου πως χρειάζονται λέξεις για το μάθημα της ιστορίας – απροσάρμοστοι. Το σχολείο της οδού Κωλέττη, το 35ο ολοήμερο δημοτικό σχολείο Αθηνών, παρά το γεγονός ότι βρέθηκε στο κέντρο της καταστροφής, πιέστηκε να λειτουργήσει από όλη την ιεραρχία. Κάνανε τα πάντα κάτι διευθυντές και προϊστάμενοι να λειτουργήσει! Ευτυχώς απροσάρμοστο κι αυτό δεν λειτούργησε.  Και μια ακροδεξιά καθαρίστρια (του σχολείου) εκεί δίπλα στον νεκρό να ζητάει με τον τρόπο της συγχώρεση για όλα τα παιδιά που έδωσε στη ΓΑΔΑ, πολίτες και συντροφιές που γνώρισαν την φρίκη του 5ου αστυνομικού τμήματος! Καλή μου κυρία εσύ με τις φιλίες σου! Πες μας, σε πόσους μετανάστες είπες να φύγουν από τη χώρα μας; Και τι γυρεύεις εσύ, μάρτυρας της δολοφονίας να μαρτυράς τόσα χρόνια στη ΓΑΔΑ τους δίκαιους αγώνες των κινημάτων και των ανθρώπων τους; Χαφιέ!

      Η πολιτική δολοφονία πάει μαζί με τα Εξάρχεια, το Παλαιό Βαρβάκειο, το Πολυτεχνείο, αλλά και με την μνήμη από τις μεταβιβάσεις τόσων γενεών! Η ψυχαναλυτική διαδικασία της μεταβίβασης μας φέρνει αντιμέτωπους με την φαινομενολογία του ορατού. Όσο περνούν τα χρόνια οι κωδικώσεις θα είναι τέτοιες που όλο και λιγότερο θα βλέπουμε αυτά που λέμε έτσι ώστε να μπαίνουμε σε μια μεταφυσική από λόγια, τόσο ισχυρά και τόσο αληθινά όσο και οι βεβαιότητες που μας αφήνει η νύχτα όταν τα αντικείμενα δε είναι εμπόδιο στο πνεύμα, όπως συμβαίνει με το φως της ημέρα. Η φαινομενολογική συνθήκη του βλέμματος θα είναι της τάξης της ενόρασης με πολλές διανοίξεις των αισθήσεων που μόλις και μετά βίας θα συγκρατιούνται αυτά που βλέπουμε κάπου για να μπορούμε συνεχώς να ερχόμαστε σε επαφή μαζί τους.

      Σ’ αυτή τη συνθήκη οι μάσκες του Διονύσου – οι μάσκες όλων αυτών που δρουν πολιτικά και μεταμορφώνονται για τις επιτελέσεις του πολιτικού θεάτρου – επιτείνουν την φευγαλεότητα των νοημάτων κάνοντας το πεδίο βαρύτητας ασταθή χώρο κανονικοτήτων και εντροπίας. Ο θετικισμός της αποστασιοποιημένης παρατήρησης δεν έχει τίποτα φαινομενολογικό και ψυχαναλυτικά δόκιμο να μας προσφέρει – τουναντίον μας σπρώχνει εκεί που βρίσκεται και η σημερινή άσκηση εξουσίας, στο έλλειμμα του πραγματικού. Ίσως  το μελλοντικό διακύβευμα να είναι μια σχέση θεωρίας και πράξης τέτοιας που πράξη να θεωρούμε την γέννηση μιας καινούριας εικόνας. Όλα αυτά που λέμε θα κρίνονται από την ικανότητά τους να εικονοποιηθούν – κι αυτό είναι μια άλλη επίσης μορφή του πλατωνικού σπηλαίου.

      Χρειάζονται, χάριν της σκέψης και της πολιτικής που έρχεται από το μέλλον, μια σειρά από ζητήματα να τεθούν, ζητήματα που να επιβεβαιώνουν την ρητορικότητα με τη μορφή της διαλεκτικής όλων αυτών που μπορεί να είναι επισκέψιμα. Ποια είναι τα ζητήματα που μπορούν να αναδειχτούν μέσα από μια διαδικασία βίας και καταστροφής δημόσιων και ιδιωτικών αγαθών; Να μερικά: 

      Γιατί η βία εχθρεύεται την δημοκρατία και κάνει τα νέα πολιτικά υποκείμενα να είναι ενάντια στη δημοκρατία; Πώς ερμηνεύεται η παρουσία των μεταναστών στον αντιαυταρχικό αγώνα ενάντια στην κρατική καταστολή; Πώς μπορούν να είναι χρήσιμοι οι δάσκαλοι των αγώνων που θητεύουμε όλη αυτή την περίοδο που προηγείται των αγώνων που έπονται της δολοφονίας, όπως ο Agamben, o Ranciere, o Badiou, o Virno, o Negri, o o Guattari, o Deleuze, o Luhman και o Baudrillard; Τι σημαίνει μια ανάλυση που προσδιορίζει την παραγωγή πολιτικής κρίσης με βάση τα συναισθήματα; Όπως επίσης τι σημαίνει η εφαρμογή επικοινωνιακών μοντέλων στην ανταλλαγή μηνυμάτων τα οποία να μπορούν να κατανοούν (ή να εξηγούν) την σχέση λόγου και δράσης (ή αντίδρασης) πολύ πέρα από ατομικιστικές και υποκειμενικοκεντρικές προσεγγίσεις; Και όλα αυτά πώς μπορούν να σηματοδοτούν το πέρασμα από την μεγάλη αφήγηση – τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας – στις αυτοβιογραφούμενες παραγωγές του εαυτού και την κατασκευαστική από μέρους των υποκειμένων παραγωγή του κόσμου, όπου το έλλειμμα (ή η έλλειψη) προσδιορίζεται συγχρόνως στα υποκείμενα και το πραγματικό; Καθώς επίσης, για ποιο κοινωνικό συμβόλαιο μπορούμε να μιλάμε, για ποια δικαιώματα και για ποια ατομική ιδιοκτησία όταν οι πολιτικές συμμετοχές αυτού του αγώνα είναι άτομα χωρίς ιδιότητα του πολίτη, μετανάστες ή πρόσφυγες που γνώρισαν καλά από κοντά τις δύο εξουσίες, αυτές της καταστολής και της οικονομίας και τώρα ελλείψει πολιτικών κατά της ακρίβειας και αναδιανομής του εισοδήματος βεβηλώνουν κατά το γνωστό αντικαπιταλιστικό πρόσταγμα «βεβηλώστε»;

      Να τα ζητήματα, να η αναστοχαστικότητα που μας ζητιέται, να η έξοδος από την εικόνα, να οι καινούριες εικονοποιήσεις, να η καινούρια συνθήκη του νου, να ο θάνατος που προηγείται, να τι σημαίνει καθαρά σημαίνοντα, άπιαστα και φευγαλέα, που κατασκευάζουν νοήματα τέτοια που το σώμα έρχεται στην επιφάνεια απείθαρχα και αναστατώνει και τις τελευταίες ευεργετικές επιδράσεις της παθητικοποιημένης καθημερινότητας. Ο θάνατος του ομοιώματος του θεού, ο θάνατος του Αλέξανδρου, είναι ένας θάνατος με αντιπροσώπευση σε ένα σύστημα με κρίση αντιπροσώπευσης. Να το πρόβλημα. Δεν έχουμε εικόνα για τις χιλιάδες σκέψεις που κάνουμε – κι έτσι δεν υπάρχουν όρια. Αλλά αυτό δεν είναι πρόβλημα. Πρόβλημα είναι ότι «Πρέπει να συνεχίσεις» (αλά Μπέκετ)!-Δεν μπορώ! Πρέπει να συνεχίσεις.(δεν ξέρω πότε τώρα!)    babisbaltas@gmail.com    

Advertisements

~ by sibg08 on 12/12/2008.

3 Responses to “Το τέλος της μεγάλης αφήγησης”

  1. Η βία δεν εχθρεύεται τη δημοκρατία. Υποτίθεται ότι η δημοκρατία οριοθετεί τη βία στο μέτρο που της δίνει μορφή. Μία μορφή όσο το δυνατόν λιγότερο βίαιη. Όταν η βία ξεφεύγει από την οριοθέτηση αυτή (και γίνεται πιο βίαιη), είναι λογικό τα πολιτικά υποκείμενα να στρέφονται ενάντια στη δημοκρατία και να την κατηγορούν ότι δεν μπόρεσε να την περιφρουρήσει.
    Από τη διαχείρηση της βίας φαίνεται ακριβώς το πόσο καλή είναι μία δημοκρατία (και πιο συγκεκριμένα μία κυβέρνηση). Και οι δημοκρατίες που αναδεικνύουν δεξιές κυβερνήσεις είναι σταθερά ανίκανες και πολύ κακές στη διαχειρίστριες της βίας.
    Οι μετανάστες είναι λογικό σε τέτοιες στιγμές να συντάσσονται ενάντια στην κρατική καταστολή, της οποίας όλο τον υπόλοιπο καιρό είναι προνομιακοί αποδέκτες.
    Τα υπόλοιπα ερωτήματα που θέτεις χάνουν τον νόημα τους λόγω της κάπως επιτηδευμένης διατύπωσης. Κατανοω ότι τέτοιες στιγμές ο λόγος δικαιούται να είναι περισσότερο συναισθηματικά φορτισμένος, αλλά τουλάχιστον να μη χάνουμε εντελώς το στόχο της επικοινωνίας.
    Και for the record, η εποχή της μεγάλης αφήγησης τελειώσε πριν από είκοσι χρόνια περίπου. Μόνο κάποιοι ξεχασμένοι επιμένουν και αρνούνται να προχωρήσουν.

  2. το ΛΑΚΑΝίζειν ουκ εστί φιλοσοφείν…μη μπερδεύετε άλλο τον κόσμο, φτάνει

  3. Διευκρίνιση: Τα ενυπόγραφα άρθρα που δημοσιεύονται στην ενότηα “Φιλοξενούμενα κείμενα” απηχούν τις προσωπικές απόψεις των συγγραφέων τους.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

 
%d bloggers like this: